
(το) ουσ. (Κ φθινόπωρον) η εποχή του έτους ανάμεσα στο καλοκαίρι και το χειμώνα | (μτφ.) η ηλικία που προσεγγίζει τα γηρατειά, η ωριμότητα..
Μεγαλώνουμε, μεγαλώνουν και οι ανησυχίες, το άγχος, τα προβλήματα... Μα με ένα χαμόγελο, μια γλυκειά κουβέντα τα ξεπερνάμε όλα. Γιατί δηλαδή αν δεν γίνω αστρονάυτης θα κάτσω να σκάσω; Ας γίνω αυτός που θα φτιάχνει τις στολές των αστροναυτών, και τι έγινε;
Μήπως επειδή μεγαλώνω γίνομαι δεκτικότερος;
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου