Τρίτη 31 Ιουλίου 2007

Γάτα και ποντίκι

Καλοκαιριάτικο πρωινό, με ξυπνάνε τα τζιτζίκια. Νιώθω ιδρωμένο το μαξιλάρι, γαμώ τη ζέστη. Βγαίνω έξω και κάθομαι στα σκαλιά. Η γιαγιά, φτιάχνει τηγανοψώματα(σαν τηγανήτες, στρογγυλά και λεπτά από ζυμαρι), τυράκι φρέσκο υπάρχει, έτσι όπως το θέλω, λίγο μαλακό και αλμυρό. Έχει πλάκα που ιδρώνει η μύτη μου όταν τρώω τυρί.

Γυρνώντας το κεφάλι μου βλέπω τις γάτες να παίζουν. Γέννησε πριν δυο μήνες περίπου, χαμογελάω που τα βλέπω, είναι γλυκιά σκηνή. Ευτυχώς γι’ αυτές η Λούνα (το σκυλί μου) είναι δεμένη. Σκέφτομαι και τον γάτο που κάνει τη δουλειά του και γίνεται λούης. Ενώ η γάτα αναλαμβάνει το μεγάλωμα των μικρών, χωρίς να έχει πρόβλημα που φεύγει ο γάτος, τουλάχιστον έτσι μου φαίνεται, δε τη ρώτησα κιόλας. Η φύση τα έχει κάνει όλα καλά, εμείς οι άνθρωποι που θέλαμε να παριστάνουμε το Θεό, κάναμε έτσι τη ζωή μας. Εννοώ ότι την κάναμε έτσι που να μην μας ευχαριστεί τίποτα.


Αρκετά με τη φιλοσοφία, είναι έτοιμο το πρωινό μου. Αρχίζω να καταβροχθίζω. Παρέα με τη γιαγιά, αυτή δε τρώει, αλλά όπως λέει όταν τρώω εγώ, χορταίνει αυτή! (χαχα πως γίνεται αυτό?) Μετά από λίγα λεπτά παρακολουθούμε τη μαμά - γάτα με ένα ποντίκι στο στόμα να κατευθύνεται στα μικρά. Εδώ είμαστε σκέφτομαι, τρέχω μέσα και παίρνω τη φωτογραφική μηχανή!

Στην αρχή νιώθουν αμηχανία που βλέπουν έναν απρόσκλητο επισκέπτη, ευτυχώς το αντιλαμβάνομαι γρήγορα και απομακρύνομαι ώστε να μπορέσω να αποτυπώσω τη συνέχεια σε φωτογραφίες. Εξάλλου υπάρχει και το ζουμ.

Αφού δεν είναι εδώ ο αχαΐρευτος να σας μάθει πέντε πράγματα για την επιβίωσή σας θα σας τα μάθω εγώ, φαίνεται να λέει η γάτα στο μικρό σταχτί γατάκι. Ορίστε: Αυτό είναι ένα ποντίκι, το βλέπεις? Εκτός από παιχνίδι χρησιμεύει και για φαγητό.


Το γατάκι παίρνει το ποντίκι και παίζει μαζί του. Το ένστικτό του το οδηγεί να κάνει τα υπόλοιπα. Το χτυπάει, πηδάει από πάνω του, το παίρνει στα νύχια του.


Δεν το λυπάμαι καθόλου το ποντίκι, το σιχαίνομαι! Ακόμα και στη φωτογραφία που το βλέπω, μου σηκώνεται η τρίχα κάγκελο! Μπλιαχ! Τα ποντίκια και τα βατράχια είναι οι μεγαλύτεροι φόβοι μου. Όπως ο Batman με τις νυχτερίδες, αλλά φανταστείτε να κρυβόμουν πίσω από τη στολή του Ratman ή του Frogman. Σουπερήρωας! Τα κουδούνια θα μου λείπανε μόνο.

Το γατάκι, μαθαίνει μέσα από το παιχνίδι και μέσα από την εμπειρία. Μετά από λίγο βαριέται και πάει σε μια δροσερή πρασινάδα να φάει το ποντικάκι.




Τέλος του μήνα!

Πέμπτη 26 Ιουλίου 2007

Το αλφαβητάρι του διαβόλου

Καθώς έκλειναν τα μάτια μου χθες το βράδυ, μου ήρθε μια ιδέα, να βάλω εδώ στο blog ένα λεξικό. Οι λέξεις δεν θα είναι με αλφαβητική σειρά, ούτε θα έχουν το νόημα που έχουν στα καθημερινά λεξικα. Αυτό δεν θα είχε καθόλου πλάκα και θα το βαριόμουν κι εγώ.

Έτσι σηκώθηκα από το κρεβάτι κι άρχισα να ψάχνω για το "ιδιότροπο" λεξικό. Ο συγγραφέας είναι ο Αμπρόουζ Μπήρς, και δεν θα κάτσω να αναλύσω ποιος ήταν και τι έκανε. Γι 'αυτο το λόγο υπάρχει ο γούγλης(google) που σίγουρα θα τα ξέρει καλύτερα από μένα. Άνοιξα λοιπόν το αλφαβητάρι(κι όχι λεξικό) και το βλέμμα μου έπεσε πάνω στη λέξη "γυναίκα".


Γυναίκα ουσ. Είδος ζώου που συνήθως ζει κοντά στον Άνδρα, αλλά εξημερώνεται πολύ δύσκολα, γιατί η κοινωνικότητά του είναι υποτυπώδης. Υποτυπώδης είναι και η ικανότητά του να εκτελεί εντολές, όπως επισημαίνουν όλοι οι παλιοί ζωολόγοι, προσθέτοντας ότι η αδυναμία αυτή οφείλεται στο γεγονός ότι ήταν ζώο μοναχικό. Από την άλλη, οι φυσιοδίφες που μελετούν τη μεταφεμινιστική περίοδο, δεν φαίνεται να γνωρίζουν τίποτε γι’ αυτή τη μοναχική κατάσταση κι απορρίπτουν το συγκεκριμένο χαρακτηριστικό, διαβεβαιώνοντάς μας πως η γυναίκα δεν έχει αλλάξει καθόλου από τον πρώτο καιρό της δημιουργίας. Το είδος έχει τη μεγαλύτερη εξάπλωση απ’ όλα τα αρπακτικά. Λυμαίνεται όλα τα κατοικημένα μέρη του πλανήτη μας, από τα πιο τολμηρά βουνά της Γροιλανδίας, μέχρι τις σεμνές ακτές της Ινδίας. Το λαϊκό προσωνύμιο του πλάσματος (Λυκάνθρωπος) είναι εντελώς λανθασμένο. Στην πραγματικότητα ανήκει στα αιλουροειδή. Η γυναίκα είναι λυγερή και βαδίζει πολύ χαριτωμένα – ιδίως η αμερικάνικη ποικιλία felis pugnans [Αγριόγατα ή επιθετική] – είναι παμφάγα και μπορεί να εκπαιδευτεί να μη μιλάει.
Υ.Γ. Τη ζωγραφιά την είχα φτιάξει σε ένα τετράδιο, την φωτογράφισα, και την χρωμάτισα στο pc. Επίσης τα δάχτυλα της κοπέλας είναι δικά μου, τα οποία και επεξεργάστηκα αργότερα.

Τρίτη 24 Ιουλίου 2007

Ο γερόλυκος



Στην άκρη της πόλης βρίσκεται ένα σπίτι. Εκεί μένει εκείνος που κλείνει τα μάτια και κι ύστερα σκύβει στο στήθος του κι ακούει τη καρδιά του. Κάθεται μόνος στη ρίζα μιας αμυγδαλιάς με μοναδική παρέα το σκυλί του. Ακούει τη φωνή της πόλης, οσμίζεται τη μυρωδιά που αναδίδει. Σκυλιά, παιδικές φωνές, κοριτσίστικα γέλια, γυναικείο άρωμα, μυρωδιά καμένης βενζίνης, χαλασμένα φρούτα.. Η αγάπη του για τον κόσμο τον κάνει να δακρύζει από συγκίνηση, το μίσος που τρέφει ο ένας για τον άλλο εκεί κάτω στην πόλη τον κάνει να ξεσπάει σε λυγμούς.

Δεν είναι καλόγερος, δεν είναι άγιος, είναι ο άνθρωπος που έχει απομείνει μόνος. Αυτός που δεν εξαρτάται από κανέναν, και δεν έχει ανάγκη από κανένα υλικό αγαθό. Μόνο που καμιά φορά θέλει να βλέπει το εγγόνι του. Η τηλεόραση, του είναι άγνωστη, το χρήμα, η πιστωτική, το κινητό, ο υπολογιστής, είναι λέξεις που δεν περιέχονται στο λεξιλόγιο του. Μόνο το τρανζιστοράκι του έχει για παρέα. Ένα παλιό ραγισμένο και σκονισμένο κίτρινο τρανζιστοράκι, το οποίο παρά τα χρόνια που έχουν περάσει από πάνω του έχει τη δυνατότητα να λαμβάνει ραδιοφωνικό σήμα από όλο τον κόσμο.

Τα ρούχα του παλιά και βρώμικα, έχουν αρχίσει να μυρίζουν, μα δε βρωμάνε. Ένα πουκάμισο και μια κάπα, όπως αυτή που είχε όταν ζούσε με την οικογένειά του εδώ πάνω, κι έβγαινε να κλείσει τα γίδια μέσα στο κρύο. Κι έπειτα, το πρωί θυμάμαι, πάλι έβγαινε μεσ’ το χιόνι και μετά από λίγη ώρα είχα μπροστά μου μια γαβάθα ζεστό γάλα με αλάτι, και κομμάτια ζυμωμένο ψωμί της γιαγιάς να κολυμπάνε μέσα. Το σούρουπο με έπαιρνε και πηγαίναμε σε ένα καραούλι να δούμε που βρίσκονται τα γίδια. Έβγαζε τα κιάλια του και παρατηρούσε το βουνό. Θυμάμαι ότι είχε ένα αεροβόλο και μια καραμπίνα και μερικές φορές έφερνε λαγούς ή πουλιά στο σπίτι, κι η γυναίκα χαρούμενη τα μαγείρευε. Είχε θυμάμαι κι ένα κόκκινο άλογο, πανύψηλο το θυμάμαι και έμπαινα καβάλα κι εκείνος πεζός να κρατάει το χαλινάρι. Η χαίτη του ήταν μαύρη και άγρια, αλλά μπορούσα άνετα να κρατηθώ από αυτή. Πάνω από τη σέλα είχε βάλει χοντρή μπαντανία(φλοκάτη) και όταν δεν φορούσα παντελόνι τα μπούτια μου γινόντουσαν κατακκόκινα.
Το βράδυ για φως είχαμε ένα λυχνάρι και η γυναίκα με τα χέρια της έκανε διάφορα σχέδια στον τοίχο, ένα λαγουδάκι, ένα σκυλάκι, έναν γάιδαρο, οτιδήποτε μπορούσα να φανταστώ. Η γυναίκα μου έφτιαχνε καζάκες, είναι μάλλινα πουλόβερ αμάνικα, θυμάμαι ένα γαλάζιο που φορούσα. Ήταν πολύ όμορφο.

Εκείνος κλείνει τα μάτια του το βράδυ και γύρω του μαζεύονται οι λύκοι της περιοχής. Οι μοναχικοί λύκοι, εκείνοι που είναι διωγμένοι από τις αγέλες τους και ουρλιάζουν τη μοναξιά του. Τον νιώθουν αδερφό τους, κι όλο το βράδυ φυλάνε το σπίτι. Αυτός νιώθει καλύτερα με του λύκους, τουλάχιστον αυτοί είναι αυτό που δείχνουν, δεν προσποιούνται τίποτα.

Υπάρχουν βράδια που σκέφτεται τη γυναίκα του. Τον παράτησε, κανείς δεν ξέρει τον πραγματικό λόγο. Τη σκέφτεται και την καλεί με τη σκέψη του κοντά του. Έτσι, σαν μικρό παιδάκι, ο άντρας γίνεται όμοιος με αγοράκι που του πήραν τις καραμέλες. Ουρλιάζει κι αυτός με τους λύκους, μα ξαφνικά βρίσκει ξανά τον εαυτό του. Κάνει το σταυρό του και βουλιάζει στον ύπνο.


post scriptum: Παππού θα σε θυμάμαι πάντα.


Κατεβάστε κι ακούστε:

Παρασκευή 20 Ιουλίου 2007

Όνειρο 0,2


Τη σκεφτόμουν σε όλη τη διαδρομή. Στα αυτιά μου άκουγα το όνομά της. Τη γλυκιά φωνή της και την παιχνιδιάρικη διάθεση που είχε όταν μιλούσαμε. Έφτασα μετά από λίγες ακόμα σκέψεις έξω από το σπίτι της. Μεγάλο σπίτι, όχι σαν τα χαμόσπιτα ολόγυρα στη περιοχή, από πέτρα που την είχαν πελεκίσει οι καλύτεροι μάστορες της Αλυζίας.


Στα παράθυρα υπήρχαν αναπαραστάσεις από παλιές ιστορίες. Στο ένα ο Δίας μεταμορφωμένος σε λευκό ταύρο αρπάζει την Ευρώπη την κόρη του Αγήνορα και της Τηλέφασσας. Στο άλλο η Αράχνη υφαίνει ενώ με αλαζονεία κοιτά τη θεά Αθηνά, η οποία για αυτή ακριβώς την αλαζονεία της προς στους θεούς, την μεταμόρφωσε στο ομώνυμο έντομο. Η Μαρώνεια δεν φαίνεται πουθενά, όμως η μάνα της είναι έξω και μαγειρεύει σε ένα τσουκάλι.


Μια σκιά κινείται, ναι αυτή είναι! Τη βλέπω από το παράθυρο του Δία, μου κάνει νόημα αλλά δεν καταλαβαίνω τι θέλει να πει, μετά από λίγο αντιλαμβάνομαι ότι δεν θέλει να βρεθούμε.

Κεραυνός χτυπάει τη καρδιά μου και βαριά μαύρη συννεφιά τη σκεπάζει. Συννεφιά που τη νοιώθω τόσο βαριά που δεν μπορώ να ανασάνω. Μαρώνεια, Μαρώνεια σκέφτομαι, γιατί; Δε με θες; Θέλω να ανοίξει η γη και να με καταπιεί. Στο μεταξύ προσπαθώ να βάλω τις σκέψεις μου στη σειρά αλλά μου είναι αδύνατον. Γιατί μου έκοψε έτσι απότομα τη φόρα; Γιατί; Νοιώθω τη καρδιά μου να πονάει, θέλω να την ξεριζώσω. Υπομονή, υπομονή, θα περάσει, μπορεί να μην είναι έτσι, μπορεί κάτι να έτυχε, μην την αποπαίρνεις λέω στον εαυτό μου. Δεν αντέχω αυτό το συναίσθημα, μου είναι πολύ δύσκολο.


Προχωρώ με τη Λευκή κατά το παζάρι να πάρω τρόφιμα για το πατέρα. Το μυαλό μου είναι ζαλισμένο και τα μάτια μου έχουν θολώσει. Παίρνω από την πόλη ψωμί, λίγο κρέας και κατευθύνομαι στο χωράφι που με περιμένει ο πατέρας. Προσπαθώ να τη βγάλω απ’ το μυαλό μου και να σκεφτώ ότι αυτό που νοιώθω είναι κίβδηλα συναισθήματα της καρδιάς μου.

-Ήρθα πατέρα…του λέω, και είμαι έτοιμος να πέσω κάτω.
-Τι έχεις Λυκάωνα; Δε φαίνεσαι καλά παιδί μου
-Καλά είμαι. Κάτσε να σκάψω κι εγώ λίγο, εσύ να φας και να ξεκουραστείς.
-Καλά παιδί μου.

Πήρα το τσαπί και άρχισα να χτυπάω με μανία τη γη. Με μίσος ανεβοκατέβαινε στα χέρια μου και με δύναμη το έμπηγα στη γη. Ήμουν λυσσασμένος και αυτό με εκτόνωνε φοβερά. Σε λίγο όμως άρχισα να ιδρώνω και να κουράζομαι αλλά δεν ήθελα να σταματήσω. Στο τέλος τα παράτησα και πήγα και έκατσα μαζί με το πατέρα, κάτω από μια ελιά.

-Τι έχεις Λυκάωνα; Με ξαναρώτησε.
-Τίποτα πατέρα… να, γυναικεία θέματα…
-Α, και γι’ αυτό χολοσκάς; Θα ‘ρθουν άλλες! Είπε, και χαμογέλασε γλυκά..

Μεμιάς ξαναβρήκα τον εαυτό μου, και σκέφτηκα πόσο δίκιο είχε, όμως στο βάθος ήξερα ότι ήθελα την Μαρώνεια. Δεν πειράζει, «ουδείς αναντικατάστατος» σκεφτόμουν, αλλά μέσα μου καιγόμουν.
Σε λίγο ακούσαμε από μακριά κραυγές και ουρλιαχτά. Ερχόταν από το μέρος του σπιτιού μας. Σηκώσαμε τα κεφάλια μας και αφουγκραστήκαμε τον αέρα.

Πέμπτη 19 Ιουλίου 2007

Βαρδινογιάννεια '07(Θάλεια)


Όπως όλοι μας (εννοώ αυτοί που ξέρουμε την Θάλεια) περίμενα να αγωνισθεί στο Ρέθυμνο, στο διεθνές μίτιγκ στίβου " Βαρδινογιάννεια ".

Κι όμως η Θάλεια Φωναζάκη αναπαύεται, και γι'αυτό δεν παρεβρέθηκε στο μίτιγκ.


Με πρόλαβε όμως, στέλνοντάς μου email στο οποίο μου ανάφερε μεταξύ άλλων και τα εξής!:


1) Είναι είναι σε γνωστή καφετέρια του λουτρακίου και πίνει χυμό πορτοκάλι (με τα πόδια πάνω στο τραπέζι!)
2)Μάλλον θα πάει σε αγώνες που διοργανώνονται την επόμενη Τετάρτη 25/07/07 στον Πόρο, αλλά δεν είναι και σίγουρο. (Με εσένα που μπλέξαμε τίποτα δεν είναι σίγουρο!)
3) Θέλει να πάει στον οδοντογιατρό γιατί μια κουφάλα την ενοχλεί... (Ποιος σε πείραξε να τον σκίσω!)
4) Κάποιες προσωπικές ερωτήσεις για μένα! (Κάτσε ρε παιδί μου εγώ υποτίθεται ότι κάνω ερωτήσεις!!)
5)ΠΕΡΙΜΕΝΩ Κ ΤΟΝ ΝΟΥ ΣΟΥ ΣΤΟΝ ΚΑΘΡΕΥΤΗ ΜΟΥ Κ ΧΩΡΙΣ ΣΧΟΛΙΑ...(Αμάν αυτός ο καθρεύτης!!!)

Υ.Γ. Καφρίλα της Θάλειας:
Έρχεται στο δωμάτιο και μου λέει: Γειαα, να σε ρωτήσω κάτι;
"Παρακαλώ.." απαντάω.
"Πόσα λεφτά έχεις?"
"Ε, έχω λίγα..έσύ πόσα θες?"
"Πες μου πόσα έχεις!!"
"Γιατί τι σημασία έχει?"
"Θέλω να ξέρω!!"
(Τι διαστροφή είν' αυτή!)

Σάββατο 14 Ιουλίου 2007

C' est la vie Pinochio




Νοιώθω ένα τρέμουλο στο αριστερό μου χέρι, ποιος είμαι; Εννοώ ποιος είμαι στ’ αλήθεια. Πριν από καιρό ήμουν κάποιος άλλος ή ο ίδιος;

Κάποιες φορές νοιώθω υπέροχα, πως τάχα όλοι γύρω μου να θέλουν το καλό μου, κι εγώ επίσης. Κι όλα κυλάνε όμορφα, κι εγώ χαμογελάω. Μα έτσι ξαφνικά(?) κάτι παθαίνω, είμαι ξύλινος, μα τα χέρια μου ιδρώνουν και στο στήθος νιώθω μια καρδιά να χτυπάει, κι οι χτύποι της να ανεβαίνουν. Θέλω να κρυφτώ γιατί ντρέπομαι, νιώθω ξένος με τον εαυτό μου, νιώθω ξένος με τη παρέα μου. Προσπαθώ να προσποιηθώ ότι είμαι μέρος της (παρέας) αλλά μόλις ανοίξω το στόμα μου καταλαβαίνω ότι η φωνή δεν είναι δική μου. Και νομίζω ότι και οι άλλοι αυτό σκέφτονται, καταλαβαίνουν ότι δεν είμαι εγώ εκείνη τη στιγμή. Τα λόγια που λέω εκείνες τις φορές σαν να μην έχουν νόημα, λες και δεν ταιριάζουν με το κλίμα και νιώθω ότι οι γύρω μου με αγνοούν. Τότε πάω στο δωμάτιό μου και ξαπλώνω. Βάζω μουσική και ακουμπάω στο μαξιλάρι. Σκέφτομαι τα λάθος λόγια που είπα και ίσως πλήγωσαν κάποιον ή κάποια. Μετανιώνω χίλιες φορές. Ακουμπάω το χέρι μου αριστερά στο στήθος μου και νιώθω τους χτύπους της καρδιάς μου, χωρίς ρυθμό.

Σηκώνομαι και κοιτάζω στο καθρέφτη. Με κοιτάζω ευθεία στα μάτια και τότε μέσα του βλέπω την καλή νεράιδα μου. Τη ρωτάω, ποια είσαι; Στα μάτια της βλέπω ένα ακαθόριστο βλέμμα.

- Γιατί χάνεσαι μέσα στο πλήθος; Γιατί αφήνεις τον εαυτό σου και γίνεται ένα με τους πολλούς; Η σεμνότητά σου που πήγε; Η αξιοπρέπειά σου; Δεν είσαι πρόβατο, είσαι διαφορετικός, γι’ αυτό τώρα με κοιτάς σα να ‘μαι ξένη.

- Το ξέρω ότι είμαι διαφορετικός. Τι να κάνω;

- Να μην γίνεσαι σαν τους άλλους. Να κάνεις αυτό που θες, όχι αυτό που νομίζεις ότι θες ή αυτό που θα ‘θελες να θες.

- Και τι θέλω;

- Ξέρεις. Αλλά σε βλέπω να αφήνεις τα κίβδηλα συναισθήματα, τα εύκολα λόγια, τη συμφεροντολογική συμπεριφορά σου, να είναι τα λάβαρά σου. Κι εσύ σαν σκυλί ακολουθείς περιμένοντας να σου πετάξουν κανένα κόκκαλο.

- Έχεις δίκιο, παρασύρθηκα πάλι. Ζηλεύω όταν κάποιος είναι καλύτερος από ‘μένα. Συγνώμη, με συγχωρείς; Έχασα πάλι την αξιοπρέπεια μου. Ντρέπομαι.

- Μη ρωτάς εμένα, ρώτα τον εαυτό σου αν σε συγχωρεί, εγώ ήμουν εδώ αλλά με αγνόησες.

- Που ήσουν;

- Εδώ.. στη καρδιά σου! Ναι.. τώρα αρχίζεις και σκέφτεσαι ε; Θυμάσαι αυτούς που σε βλέπουν από τον ουρανό και λυπάσαι που τους ντρόπιασες. Ακούς έξω που άρχισε να ψιχαλίζει; Είναι γιατί στενοχωριούνται με τα καμώματά σου.

Χαμηλώνω τα μάτια και νιώθω αμηχανία. Καταλαβαίνω.
- Τι να κάνω τώρα; Θέλω να είμαι όπως ήμουνα πριν..

- Μη σκέφτεσαι το πριν, γιατί όταν στρέφεις το κεφάλι σου πίσω, ίσως να είναι κάποιος εκεί και να σε ακολουθεί.. Αυτό να σου γίνει μάθημα, κι ας είναι η αρχή για μια ζωή ανθρώπινη. Νιώθεις την καρδιά σου να χτυπά δυνατά; Είναι γιατί την ακούς και διαμαρτύρεται, σου φωνάζει, αλλά δεν έχει άλλο τρόπο να σε κάνει να την ακούσεις. Σκύψε προς το μέρος της και βάλε το αυτί σου να την ακούσεις. Τότε θα ξέρεις τι να κάνεις.

- Συγνώμη, δε θα το ξανακάνω, από δω και πέρα θα ακούω τη καρδιά μου και το πατερούλη μου, το Τσεπέτο…Θα γίνω αληθινός άνθρωπος!


- Μπράβο Πινόκιο, έλα να σου δώσω ένα φιλί. Και πρόσεξε, αν το ξανακάνεις θα πάθεις πάλι τα ίδια, μέχρι να μάθεις. “C' est la vie Pinochio”
Με φιλάει απαλά στο μέτωπο κι εξαφανίζεται.
Η μουσική έρχεται τώρα γλυκιά στ ‘αυτιά μου, κλείνω τα μάτια μου και ο ύπνος έρχεται κι αυτός γλυκός.

Τρίτη 10 Ιουλίου 2007

Λιώνοντας Γλυκά


Φίλε άγνωστε αναγνώστη εδώ και μερικές μέρες έχω γράψει για τον έρωτα, ή καλύτερα για την πράξη του έρωτα, το διαβάζω και το ξαναδιαβάζω όμως δεν είναι αυτό που θέλω. Είναι πρόστυχο και με πρόστυχες λέξεις, σαν να είναι βγαλμένο από τα μηνιαία πορνοπεριοδικά. Δυστυχώς για μένα, έτσι μου βγήκε.

Τώρα τελευταία διάβαζα «Το όνομα του ρόδου» του Ουμπέρτο Έκο, πιστεύω ότι θα έχετε δει την ταινία με τον Σων Κόνερι . Αν πάλι δεν την έχετε δει προτείνω να την δείτε. Είναι αρκετά κοντά στο βιβλίο αλλά σε καμιά περίπτωση σαν αυτό. Εκεί διάβασα ένα κομμάτι που με ταξίδεψε λίγο πίσω στο χρόνο, ήταν κάτι που είχα νιώσει κι εγώ κάποια στιγμή με αυτό τον τρόπο. Αντί λοιπόν για τη δική μου πορνοιστορία, παραθέτω ένα κομμάτι από το βιβλίο.

Κι αυτή με φιλούσε με τα φιλιά του στόματός της, κι ήταν η αγκάλη της πιο καλή κι απ’ το κρασί, κι η ευωδιά των μύρων της καλύτερη απ’ όλα τ’ αρώματα, κι ήταν όμορφος ο λαιμός της μες στα γιορντάνια και τα μάγουλά της ανάμεσα στα σκουλαρίκια, όμορφη που είσαι, αγαπημένη, όμορφη που είσαι, τα μάτια σου είναι περιστέρια (έλεγα), δείξε μου την όψη σου, κι ας ακούσω τη φωνή σου, γιατί η φωνή σου είναι γλυκιά κι η όψη σου είναι ωραία, μου πήρες την καρδιά, αδελφή μου, μου πήρες την καρδιά με μια ματιά σου, μ’ ένα κρικέλι της τραχηλιάς σου, κερήθρα που στάζει είναι τα χείλη σου, μέλι και γάλα κάτω απ’ τη γλώσσα σου, κι είναι η ανάσα σου σαν το μήλο, τα στήθη σου σαν κρασί που χύνεται ίσια στην αγάπη μου και που γλυστρά στα χείλη και τα δόντια… Πηγή του περιβολιού, νάρδος και κρόκος, μοσχοκάλαμο και κανέλα, σμύρνα και αλόη’ κι εγώ γευόμουν το κερί και το μέλι, ρουφούσα το κρασί και το γάλα, μα ποια ήταν, ποια ήταν αυτή που φάνηκε σαν την αυγή, ωραία σαν τη σελήνη, λαμπερή σαν τον ήλιο, τρομερή σαν στρατιά με λάβαρα;

Ω Κύριε, όταν η ψυχή εκστασιάζεται, η μόνη αρετή που μένει είναι να αγαπάς αυτό που βλέπεις (δεν είναι αλήθεια;), η υπέρτατη ευτυχία να έχεις’ τότε πίνεις τη μακάρια ζωή από τις πηγές της (έτσι δεν είπανε;), τότε γεύεσαι την αληθινή ζωή που θα ζήσεις μετά από τούτη τη θνητή, κοντά στους αγγέλους μες στην αιωνιότητα… Αυτά σκεπτόμουν και μου φαινόταν ότι οι προφητείες επιτέλους επαληθεύτηκαν, ενώ η κόρη με γέμιζε απερίγραπτη γλύκα, κι ήταν σαν το κορμί μου να είχε γίνει όλο ένα μάτι, μπρος και πίσω, και ξαφνικά έβλεπα όλα τα πράγματα γύρω μου. Και κατάλαβα ότι απ’ αυτό που είναι η αγάπη γεννιούνται η ενότητα κι η τρυφερότητα μαζί, και το καλό και το φιλί και τα’ αγκάλιασμα, όπως ήδη είχα ακούσει να λένε, και πίστευα ότι μου μιλούσαν για κάτι άλλο. Και για μία μόνη στιγμή, ενώ η χαρά μου κόντευε να φτάσει στο ζενίθ, θυμήθηκα ότι ίσως δοκίμαζα την κυριαρχία του δαίμονα του μεσημεριού μέσα στη νύχτα, αυτού που είναι καταδικασμένος να δείχνει στο τέλος τη διαβολική του φύση στην ψυχή, που συνεπαρμένη από έκσταση ρωτά «Μα ποιος είσαι;», αυτού που ξέρει να καταλαμβάνει την ψυχή και να ξεγελά το σώμα. Αμέσως όμως πείστηκα ότι διαβολικοί ήταν οι δισταγμοί μου, καθώς τίποτα δεν μπορούσε να είναι πιο σωστό, πιο καλό και πιο ιερό απ’ αυτό που ένιωθα, και η γλύκα του μεγάλωνε από στιγμή σε στιγμή. Σαν μια μικρή σταγόνα νερό που πέφτει στο κρασί και διαλύεται, παίρνοντας το χρώμα και τη γεύση του, σαν το πυρακτωμένο και φλογισμένο σίδερο, που γίνεται όμοιο με τη φωτιά, χάνοντας την αρχική του μορφή, σαν τον αέρα που πλημμυρίζει από το φως του ήλιου και μεταμορφώνεται σε υπέρτατη λάμψη και διαύγεια, ώστε να μη μοιάζει πια ότι φωτίζεται, αλλ’ είναι φως ο ίδιος, έτσι κι εγώ ένιωθα να πεθαίνω λιώνοντας γλυκά, κι η μόνη δύναμη που μου απόμεινε ήταν να ψιθυρίσω τα λόγια του ψαλμού: «Να που το στήθος μου είναι σαν το νέο κρασί, το σφραγισμένο, που σπάει τα νέα ασκιά», κι αμέσως είδα ένα λαμπρότατο φως και μέσα του ένα ζαφειρένιο σχήμα που άναβε με μια γλυκιά και λαμπερή φωτιά, κι αυτό το υπέροχο φως απλώθηκε σ’ όλη τη λαμπερή φωτιά, κι η λαμπερή φωτιά σ’ όλο το αστραφτερό σχήμα, και το λαμπρότατο φως κι η λαμπερή φωτιά σ’ όλο το σχήμα.

Ενώ, λιπόθυμος σχεδόν, έπεφτα πάνω στο κορμί με το οποίο είχα ενωθεί, με μια τελευταία αναλαμπή ζωντάνιας, κατάλαβα ότι η φλόγα ενέχει υπέροχη διαύγεια, μοναδική ζωντάνια και λαμπρό πύρωμα, κατέχει όμως την υπέροχη διαύγεια για να φωτίζει, και το λαμπρό πύρωμα για να καίει. Έπειτα ένιωσα την άβυσσο και τις απώτατες αβύσσους που επικαλείται.


Κατεβάστε κι ακούστε:
Γιάννης Αγγελάκας – Η αγάπη ορμάει μπροστά
Μουσική: Γιάννης Αγγελάκας και οι Επισκέπτες
Στίχοι: Γιάννης Αγγελάκας


Καληνύχτα…

Σπάρτη 11/07/07 (Θάλεια)




Αίτηση της Θάλειας για να αγωνιστεί στην Σπάρτη:

ΦΩΝΑΖΑΚΗ ΘΑΛΕΙΑ
ΕΤΟΣ ΓΕΝ. 1984
ΣΥΛΛΟΓΟΣ Ο.Φ. ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ
ΑΤΟΜΙΚΗ - ΕΦΕΤΙΝΗ ΕΠΙΔΟΣΗ ΤΡΙΠΛΟΥΝ 12.32μ. (ΔΙΑΣ/ΙΚΟ ΠΡΩΤ. Α-Γ)
ΑΤΟΜΙΚΗ – ΕΦΕΤΙΝΗ ΕΠΙΔΟΣΗ ΜΗΚΟΣ 6.10μ. (ΒEΝΙΖΕΛΕΙΑ 2007)
ΠΡΟΠΟΝΗΤΗΣ: ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΓΙΩΡΓΟΣ
ΤΗΛ. 69Χ ΧΧ ΧΧ ΧΧΧ

Χθές το πρωί πήρα το παρακάτω email από τη Θάλεια Φωναζάκη:

KALHSPERA.THA AGVNISTV STHN SPARTH THN TETARTH K THA KANV TRIPLOYN...PROSEXE MHN SPASEIS TON KATHREYTEI MOY E????....KALO BRADY,KALH MERA K KALH DOYLEIA.


ΚΑΛΗ ΕΠΙΤΥΧΙΑ ΘΑΛΕΙΑ!
update: 12/07/07
Η Θάλεια Φωναζάκη έκανε νέο ατομικό ρεκόρ στο τριπλούν!
Νέο ατομικό ρεκόρ: 12,87μ.

Πέμπτη 5 Ιουλίου 2007

Είσοδος - Έξοδος


Είμαι στη δουλειά, στη τράπεζα, όπου κάνω πρακτική. Ο Θεός να την κάνει πρακτική γιατί πλέον είμαι πολύ χαλαρός και κάνω μόνο τα αναγκαία. Θυμάμαι στην αρχή δούλευα κανονικά. Έκανα τις πρωινές δουλειές σαν ρομποτάκι, και μου άρεσε! Μου άρεσε που ήταν τόσο σίγουρο τι θα πρέπει να γίνει από την αρχή του ωραρίου έως το τέλος του. Αυτός ο τρόπος εργασίας γενικά σε όποιες δουλειές έχω κάνει μου δίνει μια εσωτερική ισορροπία.

Σε λίγο καιρό θα φύγω από δω και θα πάω φαντάρος, κάτι που έχω αργήσει να το κάνω αλλά δε πειράζει! «Η αγάπη ορμάει μπροστά» λέει ο Αγγελάκας, το ίδιο και η ζωή συμπληρώνω. Προς το παρόν περιμένω να περάσουν οι μέρες της πρακτικής και για την ώρα κάνω την πλάκα μου με τους υπαλλήλους, βασικά με τον Νίκο που είμαστε πιο κοντά ηλικιακά και με τον κύριο Μανώλη που μου λέει διάφορα ωραία για τη ζωή(πραγματικά μερικές φορές νομίζω ότι το «κύριος Μανώλης» είναι μια λέξη!). Ξέρω ότι δεν πρόκειται να έχω μέλλον εδώ, είναι η τακτική της τράπεζας να παίρνει άτομα μόνο για πρακτική, ίσως πάλι αυτό να είναι μια δικαιολογία που τεμπελιάζω στη τράπεζα. Έτσι από το πρωί περιμένω να ανοίξει η συνεδρίαση στο χρηματιστήριο και να διαβάσω τα blogs που παρακολουθώ, κάνοντας και καμιά δουλειά ενδιάμεσα.

Κι ενώ διαβάζω κάποιο άρθρο στο blogοκοσμο, βλέπω την εξέλιξη του ΧΑΑ(Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών), και chekάρω τα email μου,ξαφνικά το πρόγραμμα που είναι στο δίκτυο της τράπεζας μου πετάει κάτι ακαταλαβίστικα και δεν ανταποκρίνεται! Αγχώνομαι και ιδρώνουν τα χέρια μου γιατί σκέφτομαι πως αν κάνω επανεκκίνηση θα το δουν από τα κεντρικά, ή ίσως χαθεί κάποια πράξη από το ημερολόγιο. Μιλάω στο Νίκο να με βοηθήσει, και από το ύφος του καταλαβαίνω ότι το ύφος μου πρέπει να είναι πολύ απεγνωσμένο γιατί με το που τον κοίταξα αρχίσει να γελάει. Κάνει κάποιες προσπάθειες και μου λέει να περιμένω. Πώς να περιμένω, ενώ περιμένουν πελάτες κι έχουν αρχίσει τη μουρμούρα, κάποιος μάλιστα σχολιάζει δυνατά. Βλέπω ότι κάτι πάει να γίνει και φωνάζω στο Νίκο «Είσαι χάκερ!» όμως στρέφοντας το βλέμμα μου στην οθόνη εξακολουθεί το πρόβλημα, τζίφος!

Ο «χάκερ» μου δίνει τη λύση: «άλλαξε υπολογιστή και μπες από εκεί». Κάνω έξοδο και πάω στον διπλανό υπολογιστή, ενώ παίρνω μαζί μου και τους πελάτες (μου!). Άιντε κάρβουνο... Θέλει κάμποση ώρα να ανοίξει το πρόγραμμα, ενώ ο κύριος που πριν μουρμούριζε, τώρα με κράζει κανονικά. Του προσφέρω το πιο γλυκό μου χαμόγελο, ενώ από τα μελίγγια μου τρέχει μια χοντρή σταγόνα ιδρώτα, και τον διαβεβαιώνω ότι όλα θα γίνουν στην ώρα τους. Επιτέλους ανοίγει και κάνω είσοδο. Ξεπετάω γρήγορα τους πελάτες (με κλειστά τα πόδια!). Κάνω έξοδο, πάω στον άλλο και μπαίνω. Κοιτάζω γύρω μου με σχετική ηρεμία. Ο κύριος Μανώλης απασχολημένος στα χαρτιά του. Χμ..Δεν τον πιστεύω, είμαι σίγουρος ότι έχει καταλάβει τι έχει συμβεί. Δίπλα μου ο Νίκος χαμογελάει. Ωραία είχε δράση σκέπτομαι και ανοίγω τον ΙΕ (internet explorer).
Συμπέρασμα: Φροντίστε πάντα να έχετε δίπλα σας έναν Νίκο, για να σας ξελασπώνει!

Τρίτη 3 Ιουλίου 2007

Το νου σου ε;




Άλλα θέλω, άλλα θα γίνουν πάλι. Δε με χαλάει, μ’ αρέσει που είναι έτσι όλα μαζί τα καλά και τα κακά. Προσπαθώ να μη σκέφτομαι αυτά που θα ‘ρθουν για να μη τα γκαντεμιάσω.

Να με συγχωρήσετε εσείς οι τρεις – τέσσερις που με διαβάζετε γι ‘αυτό που θα γράψω. Δεν είμαι κανένας κακομοίρης, ούτε και μίζερος, απλά τώρα τελευταία είμαι προβληματισμένος. Ο λόγος είναι η Κατερίνα Γώγου.

Πριν από μερικούς μήνες διάβασα τυχαία για την Κατερίνα Γώγου. Τότε θυμήθηκα ότι είχα ακούσει ένα τραγούδι της στο ραδιόφωνο. «Θα ‘ρθει καιρός». Διάβασα μερικά ποιήματά της. Μίζερα και απαισιόδοξα. Μου άρεσαν όμως γιατί σπάνε τα συνηθισμένα μοτίβα. Το νόημα δεν κρύβεται πίσω από τις λέξεις, οι λέξεις δεν σε αφήνουν ξεκρέμαστο. Μπορεί να κάνω και λάθος, γιατί με τα ποιήματα δε τα πάω καλά. Δεν τα καταλαβαίνω.

Πριν μερικές μέρες βρήκα ολόκληρο δίσκο της εδώ. Η ίδια έχει μελοποιήσει ποιήματά της και τραγουδάει, ή μάλλον…απαγγέλει. Ανατριχιάζω όποτε τα ακούω. Η μουσική είναι παράξενη, αργή και μυστηριώδης. Η φωνή που ακούγεται είναι ουρλιαχτό σκύλας που της παίρνουν τα κουτάβια. Η Κατερίνα Γώγου είναι παράφορη, το ίδιο και η φωνή της.

Δε θέλω να πω άλλα. Ντρέπομαι που γράφω γι ‘αυτήν.

Είναι Μαρία, δε θέλω να λέω ψέμματα
δύσκολοι καιροί, και θα ρθουνε κι αλλοι.
Δε ξέρω, μη περιμένεις κι από μένα πολλά
τόσα έζησα, τόσα έμαθα, τόσα λέω
Κι απ’ όσα διάβασα ένα κρατάω καλά
Σημασία έχει να παραμένεις άνθρωπος
παρόλαυτά Μαρία.
Επίσης: "Με λένε Οδύσσεια", "Απόντες", "Ιδιώνυμο"

Είμαι απίστευτος!