Τρίτη 24 Ιουλίου 2007

Ο γερόλυκος



Στην άκρη της πόλης βρίσκεται ένα σπίτι. Εκεί μένει εκείνος που κλείνει τα μάτια και κι ύστερα σκύβει στο στήθος του κι ακούει τη καρδιά του. Κάθεται μόνος στη ρίζα μιας αμυγδαλιάς με μοναδική παρέα το σκυλί του. Ακούει τη φωνή της πόλης, οσμίζεται τη μυρωδιά που αναδίδει. Σκυλιά, παιδικές φωνές, κοριτσίστικα γέλια, γυναικείο άρωμα, μυρωδιά καμένης βενζίνης, χαλασμένα φρούτα.. Η αγάπη του για τον κόσμο τον κάνει να δακρύζει από συγκίνηση, το μίσος που τρέφει ο ένας για τον άλλο εκεί κάτω στην πόλη τον κάνει να ξεσπάει σε λυγμούς.

Δεν είναι καλόγερος, δεν είναι άγιος, είναι ο άνθρωπος που έχει απομείνει μόνος. Αυτός που δεν εξαρτάται από κανέναν, και δεν έχει ανάγκη από κανένα υλικό αγαθό. Μόνο που καμιά φορά θέλει να βλέπει το εγγόνι του. Η τηλεόραση, του είναι άγνωστη, το χρήμα, η πιστωτική, το κινητό, ο υπολογιστής, είναι λέξεις που δεν περιέχονται στο λεξιλόγιο του. Μόνο το τρανζιστοράκι του έχει για παρέα. Ένα παλιό ραγισμένο και σκονισμένο κίτρινο τρανζιστοράκι, το οποίο παρά τα χρόνια που έχουν περάσει από πάνω του έχει τη δυνατότητα να λαμβάνει ραδιοφωνικό σήμα από όλο τον κόσμο.

Τα ρούχα του παλιά και βρώμικα, έχουν αρχίσει να μυρίζουν, μα δε βρωμάνε. Ένα πουκάμισο και μια κάπα, όπως αυτή που είχε όταν ζούσε με την οικογένειά του εδώ πάνω, κι έβγαινε να κλείσει τα γίδια μέσα στο κρύο. Κι έπειτα, το πρωί θυμάμαι, πάλι έβγαινε μεσ’ το χιόνι και μετά από λίγη ώρα είχα μπροστά μου μια γαβάθα ζεστό γάλα με αλάτι, και κομμάτια ζυμωμένο ψωμί της γιαγιάς να κολυμπάνε μέσα. Το σούρουπο με έπαιρνε και πηγαίναμε σε ένα καραούλι να δούμε που βρίσκονται τα γίδια. Έβγαζε τα κιάλια του και παρατηρούσε το βουνό. Θυμάμαι ότι είχε ένα αεροβόλο και μια καραμπίνα και μερικές φορές έφερνε λαγούς ή πουλιά στο σπίτι, κι η γυναίκα χαρούμενη τα μαγείρευε. Είχε θυμάμαι κι ένα κόκκινο άλογο, πανύψηλο το θυμάμαι και έμπαινα καβάλα κι εκείνος πεζός να κρατάει το χαλινάρι. Η χαίτη του ήταν μαύρη και άγρια, αλλά μπορούσα άνετα να κρατηθώ από αυτή. Πάνω από τη σέλα είχε βάλει χοντρή μπαντανία(φλοκάτη) και όταν δεν φορούσα παντελόνι τα μπούτια μου γινόντουσαν κατακκόκινα.
Το βράδυ για φως είχαμε ένα λυχνάρι και η γυναίκα με τα χέρια της έκανε διάφορα σχέδια στον τοίχο, ένα λαγουδάκι, ένα σκυλάκι, έναν γάιδαρο, οτιδήποτε μπορούσα να φανταστώ. Η γυναίκα μου έφτιαχνε καζάκες, είναι μάλλινα πουλόβερ αμάνικα, θυμάμαι ένα γαλάζιο που φορούσα. Ήταν πολύ όμορφο.

Εκείνος κλείνει τα μάτια του το βράδυ και γύρω του μαζεύονται οι λύκοι της περιοχής. Οι μοναχικοί λύκοι, εκείνοι που είναι διωγμένοι από τις αγέλες τους και ουρλιάζουν τη μοναξιά του. Τον νιώθουν αδερφό τους, κι όλο το βράδυ φυλάνε το σπίτι. Αυτός νιώθει καλύτερα με του λύκους, τουλάχιστον αυτοί είναι αυτό που δείχνουν, δεν προσποιούνται τίποτα.

Υπάρχουν βράδια που σκέφτεται τη γυναίκα του. Τον παράτησε, κανείς δεν ξέρει τον πραγματικό λόγο. Τη σκέφτεται και την καλεί με τη σκέψη του κοντά του. Έτσι, σαν μικρό παιδάκι, ο άντρας γίνεται όμοιος με αγοράκι που του πήραν τις καραμέλες. Ουρλιάζει κι αυτός με τους λύκους, μα ξαφνικά βρίσκει ξανά τον εαυτό του. Κάνει το σταυρό του και βουλιάζει στον ύπνο.


post scriptum: Παππού θα σε θυμάμαι πάντα.


Κατεβάστε κι ακούστε:

12 σχόλια:

ellinida είπε...

Ωραία αφήγηση. :))

spirosvii είπε...

Σας ευχαριστώ Ελληνίδα. :)

spirosvii είπε...

Marilia το χαμόγελο με το κλείσιμο του ματιού φαντάζομαι να σημαίνει ότι σας άρεσε τόσο πολύ που δεν βρίσκετε λόγια ε?

(καλά που είμαι και μετριόφρων)

ο δείμος του πολίτη είπε...

Πολύ ωραίο κέιμενο. Η αφήγηση, η γλώσσα, το συναίσθημα που τόσο ξέχειλα ρέει στο γραπτό σου.

spirosvii είπε...

κύριε Δείμο σας ευχαριστώ. Η γνώμη σας μετράει πολύ για μενα.

Ασκαρδαμυκτί είπε...

Μου φαίνεται πως η Σνουπίτσα κάνει απλά αφωνία...

Ρε συ, εμένα αλάνι με ανεβάζεις, αλήτρα με κατεβάζεις...και τον Δείμο τον λες "κύριο";

Επί της ουσίας τώρα: πιο πολύ μου άρεσε η αντίθεση των πιστών λύκων και της άπιστης γυναίκας...
Τα ξεναλέμε...

spirosvii είπε...

Ασκαρ γιατί με φέρνεις σε δύσκολη θέση? Εσένα σε νιώθω πιο κοντά στην ηλικία μου, και σε προσφωνώ έτσι. Στις λέξεις αυτές αντικαθίσταται το "φίλος". Ενώ τον δείμο τον βλέπω σαν σοφό 100 ετών :)

Σε ευχαριστώ για την ενδιαφέρουσα παρατήρηση, δεν το είχα σκεφτεί αυτό. Πάντως δεν ξέρουμε τον λόγο για τον οποίο έφυγε,θέλω να πω ότι ίσως να έκανε κάποιο τραγικό λάθος ο γερόλυκος, ή ακόμα και να την έδιωξε. Δεν ξεκαθαρίζει το κείμενο.

Ασκαρδαμυκτί είπε...

Χαχαχαχα... ελπίζω να μην το διαβάσει ο Δείμος των 100 ετών!
Πάντως, για να απκαταστήσω την αλήθεια, οφείλω να ομολογήσω ότι είμαι μεγαλύτερος από τον "κύριο" Δείμο!
Φίλε, σε λίγο μπαίνω στα 40! Αλλά δεν έχω σκοπό να μεγαλώσω ποτέ...

spirosvii είπε...

Καλά σοβαρά μιλάς? Πλέον μου φαίνεται δύσκολο να αρχίσω να μιλάω στον πληθυντικό! Εμένα μου φαίνεσαι πολύ καλό άτομο, που αν δεν σου φαίνεται η ηλικία σου, θα πήγαίναμε για καφέ για καμιά μικρούλα εγώ, και καμιά μεγαλούλα εσύ! :)

Ασκαρδαμυκτί είπε...

Πρώτον, άμα αρχίσεις τα "κυριλίκια" και τους πληθυντικούς, θα με ξενερώσεις!

Δεύτερον, νομίζω πως τα πράγματα πρέπει να ισχύουν αντιστρόφως: εγώ να πηγαίνω με τις μικρούλες (για να με ανανεώνουν) κι εσύ με μεγαλούλες (για να σου προσφέρουν τις εμπειρίες τους).

Τρίτον, ρώτα τη Μαριλίτσα "αν μου φαίνεται η ηλικία μου"....

marilia είπε...

Δεν του φαίνεται! Είναι εντελώς... μωρό! :):):)

spirosvii είπε...

Από τη μια μωρό, από την άλλη γέρος. Όπως σε συμφερει Ασκαρδαμωτε

Είμαι απίστευτος!