Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Όνειρο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Όνειρο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 20 Ιουλίου 2007

Όνειρο 0,2


Τη σκεφτόμουν σε όλη τη διαδρομή. Στα αυτιά μου άκουγα το όνομά της. Τη γλυκιά φωνή της και την παιχνιδιάρικη διάθεση που είχε όταν μιλούσαμε. Έφτασα μετά από λίγες ακόμα σκέψεις έξω από το σπίτι της. Μεγάλο σπίτι, όχι σαν τα χαμόσπιτα ολόγυρα στη περιοχή, από πέτρα που την είχαν πελεκίσει οι καλύτεροι μάστορες της Αλυζίας.


Στα παράθυρα υπήρχαν αναπαραστάσεις από παλιές ιστορίες. Στο ένα ο Δίας μεταμορφωμένος σε λευκό ταύρο αρπάζει την Ευρώπη την κόρη του Αγήνορα και της Τηλέφασσας. Στο άλλο η Αράχνη υφαίνει ενώ με αλαζονεία κοιτά τη θεά Αθηνά, η οποία για αυτή ακριβώς την αλαζονεία της προς στους θεούς, την μεταμόρφωσε στο ομώνυμο έντομο. Η Μαρώνεια δεν φαίνεται πουθενά, όμως η μάνα της είναι έξω και μαγειρεύει σε ένα τσουκάλι.


Μια σκιά κινείται, ναι αυτή είναι! Τη βλέπω από το παράθυρο του Δία, μου κάνει νόημα αλλά δεν καταλαβαίνω τι θέλει να πει, μετά από λίγο αντιλαμβάνομαι ότι δεν θέλει να βρεθούμε.

Κεραυνός χτυπάει τη καρδιά μου και βαριά μαύρη συννεφιά τη σκεπάζει. Συννεφιά που τη νοιώθω τόσο βαριά που δεν μπορώ να ανασάνω. Μαρώνεια, Μαρώνεια σκέφτομαι, γιατί; Δε με θες; Θέλω να ανοίξει η γη και να με καταπιεί. Στο μεταξύ προσπαθώ να βάλω τις σκέψεις μου στη σειρά αλλά μου είναι αδύνατον. Γιατί μου έκοψε έτσι απότομα τη φόρα; Γιατί; Νοιώθω τη καρδιά μου να πονάει, θέλω να την ξεριζώσω. Υπομονή, υπομονή, θα περάσει, μπορεί να μην είναι έτσι, μπορεί κάτι να έτυχε, μην την αποπαίρνεις λέω στον εαυτό μου. Δεν αντέχω αυτό το συναίσθημα, μου είναι πολύ δύσκολο.


Προχωρώ με τη Λευκή κατά το παζάρι να πάρω τρόφιμα για το πατέρα. Το μυαλό μου είναι ζαλισμένο και τα μάτια μου έχουν θολώσει. Παίρνω από την πόλη ψωμί, λίγο κρέας και κατευθύνομαι στο χωράφι που με περιμένει ο πατέρας. Προσπαθώ να τη βγάλω απ’ το μυαλό μου και να σκεφτώ ότι αυτό που νοιώθω είναι κίβδηλα συναισθήματα της καρδιάς μου.

-Ήρθα πατέρα…του λέω, και είμαι έτοιμος να πέσω κάτω.
-Τι έχεις Λυκάωνα; Δε φαίνεσαι καλά παιδί μου
-Καλά είμαι. Κάτσε να σκάψω κι εγώ λίγο, εσύ να φας και να ξεκουραστείς.
-Καλά παιδί μου.

Πήρα το τσαπί και άρχισα να χτυπάω με μανία τη γη. Με μίσος ανεβοκατέβαινε στα χέρια μου και με δύναμη το έμπηγα στη γη. Ήμουν λυσσασμένος και αυτό με εκτόνωνε φοβερά. Σε λίγο όμως άρχισα να ιδρώνω και να κουράζομαι αλλά δεν ήθελα να σταματήσω. Στο τέλος τα παράτησα και πήγα και έκατσα μαζί με το πατέρα, κάτω από μια ελιά.

-Τι έχεις Λυκάωνα; Με ξαναρώτησε.
-Τίποτα πατέρα… να, γυναικεία θέματα…
-Α, και γι’ αυτό χολοσκάς; Θα ‘ρθουν άλλες! Είπε, και χαμογέλασε γλυκά..

Μεμιάς ξαναβρήκα τον εαυτό μου, και σκέφτηκα πόσο δίκιο είχε, όμως στο βάθος ήξερα ότι ήθελα την Μαρώνεια. Δεν πειράζει, «ουδείς αναντικατάστατος» σκεφτόμουν, αλλά μέσα μου καιγόμουν.
Σε λίγο ακούσαμε από μακριά κραυγές και ουρλιαχτά. Ερχόταν από το μέρος του σπιτιού μας. Σηκώσαμε τα κεφάλια μας και αφουγκραστήκαμε τον αέρα.

Τετάρτη 23 Μαΐου 2007

Όνειρο 0,1



Την φωτογραφία την πήρα από εδώ http://tzoubris.blogspot.com/www.tzoubris.le-brand.com/pictures/horse.jpg




Σηκώθηκα από το κρεβάτι. Το κορμί μου ένοιωσε τη πρωινή αύρα . Πήρα μια κουβέρτα και πήγα κοντά στη φωτιά, δίπλα στον πατέρα. Η μάνα ήρθε με το τσουκάλι κι το βάλε να βράσει. Ήταν όμορφη, ψηλότερη από το πατέρα μου(αναρωτιόμουν καμιά φορά τι του βρήκε), μαύρα μαλλιά λίγο κάτω από τους ώμους, τα μάτια της μαύρα σαν ελιές συνοδευόταν με δυο γαϊτάνια για φρύδια και το στήθος της, στητό και στρογγυλό.
-Έχουμε δουλειές σήμερα Λυκάωνα, ντύσου και πήγαινε να σελώσεις τη φοράδα.
-Ναι πατέρα…
Με κόπο σηκώθηκα από τη φωτιά και πήγα ν’ αλλάξω. Το παντελόνι μου ήταν από αγριόχοιρο, καμάρωνα, αλλά οι μπότες μου βρωμούσαν, τις φόρεσα σχεδόν με αηδία, κι έπειτα τον κεντημένο από τη γιαγιά μου, θώρακα. Βγήκα έξω και τράβηξα προς το στάβλο. Ζεστάθηκα από τον ήλιο. Η αυλή μας ήταν καταπράσινη. Ήταν η εποχή που η Περσεφόνη ήταν στον πάνω κόσμο, το εξάμηνο που θα έμενε με τη μητέρα της, την Δήμητρα όπως ήταν η συμφωνία με τον Πλούτωνα, τον άρχοντα του κάτω κόσμου.
Τα ζώα με κατάλαβαν από μακριά κι άκουσα τη Λευκή να χλιμιντρίζει χαρούμενα. Ήταν ολόλευκη, εκτός από τα κότσια των ποδιών της που ήταν καφέ. Τα μάτια της μεγάλα, νόμιζες ότι σε κοιτάει άνθρωπος. Κατέβασε το κεφάλι για να δεχτεί το χάδι μου. Την έβγαλα από το στάβλο και τη σέλωσα. Στο μεταξύ ο πατέρας είχε βγει έξω και μου έκανε νόημα να πάω κοντά.
-Πήγαινε από το παζάρι να πάρεις τρόφιμα κι έλα να με βρεις στο χωράφι.
Το καλύτερό μου, βόλτα με τη Λευκή στην αγορά. Αυτό σημαίνει ότι μπορώ να περάσω κι από το σπίτι της Μαρώνειας. Η Μαρώνεια έλεγε ότι δεν ήταν όμορφη, όμως στα δικά μου μάτια ήταν η Αφροδίτη και η Αθηνά σε σώμα θνητής.
Είχαμε γνωριστεί στο παζάρι. Με είχε στείλει ο πατέρας για να πουλήσω δέρματα από ζαρκάδια. Τη Μαρώνεια τη θαύμαζα, παρόλο που δεν την ήξερα καλά. Τα μάτια της μαύρα σαν ελιές, με δυο γαϊτάνια από πάνω τους για φρύδια. Τα χείλια της έμοιαζαν με φέτες ντομάτας, ζουμερά. Μαύρα μαλλιά, λίγο κάτω από το στήθος. Μερικές φορές όταν μιλούσαμε χανόμουν μέσα της. Τώρα θα είχα άλλη μια ευκαιρία να την συναντήσω. Η καρδιά μου χτύπησε δυνατά και τα χέρια μου ίδρωσαν.
Καβάλησα την Λευκή και τριπόδισα…

Τετάρτη 9 Μαΐου 2007

Όνειρο


Ο θεός Ήλιος ξεπρόβαλλε απ’ τα βουνά με το χρυσό άρμα του και τα άσπρα άλογα να το σέρνουν στον ουρανό. Η Ήβη πρόσφερε αμβροσία στους Ολύμπιους, το φόρεμα της ανοιχτό στο πλάι, το ίδιο και ο αριστερός της ώμος έβαζε σε πειρασμό τους άντρες της παρέας. Άστραψε το μάτι του Δία, μα ευθύς η Ήρα τον σκούντηξε με τον αγκώνα της στα πλευρά και του έκανε μια γκριμάτσα. Άρχισαν να πίνουν και να τρώνε το πρωινό τους, χαζεύοντας τις νύμφες της θεάς Άρτεμης που εξασκούνταν στο τόξο. Μια όμορφη και λαμπερή μέρα ξεκινούσε στον Όλυμπο.
Κάτω στα χώματα και τη θάλασσα της Ελλάδας το ανθρωπολόι έπιανε δουλειά. Οι γυναίκες ξεγλιστρούσαν από την αγκαλιά των αντρών τους, και άναβαν τη φωτιά. Ξυπνούσαν τα παιδιά να πάνε στο σχολείο. Εγώ είμαι ήδη ξύπνιος από ώρα, με κλειστά τα μάτια σκέφτομαι τούτη τη μέρα που ξημερώνει. Ακούω πατήματα και ανοίγω τα μάτια μου, βλέπω τη μάνα μου να βάζει νερό στο τσουκάλι. Θεέ μου, τι ευτυχία σκέφτομαι, είναι καλά η μάνα.
Στο όνειρο μου είδα να την σκοτώνει ένας βάρβαρος με γένια μαύρα και μακριά που έσταζαν αίμα, το στόμα του έβγαζε αφρούς και η μύτη του καπνούς. Σπαθί στο χέρι και ψηλός ίσαμε το ταβάνι. Ήτανε λέει, σε ένα σπίτι δίπατο και κοιμότανε στη κρεβατοκάμαρα η μάνα. Μα ξαφνικά ακούστηκαν φωνές και χτύποι. Ο αγριάνθρωπος χτυπούσε την πόρτα να του ανοίξουμε, ήθελε λέει να μας σκοτώσει όλους γιατί τσακώθηκε με το πατέρα. Με μια δυνατή κλωτσιά έριξε κάτω τη πόρτα και μπήκε αφηνιασμένος μέσα. Ανέβηκε τη ξύλινη σκάλα και με λύσσα έμπηξε το σπαθί του στη κοιλιά της. Έσφιξε τα χείλια του και μπούκαρε και στο δωμάτιο των κοριτσιών. Πήρε τα κεφάλια του με δυο κινήσεις και έβγαλε ένα τρανταχτό γέλιο που έκανε το αίμα μου να παγώσει. Εκείνη τη στιγμή ακριβώς πετάχτηκα αλαφιασμένος και περίμενα να ξημερώσει ο Ουρανός τη καινούργια μέρα.
Ξύπνησε και ο πατέρας, πήγε κοντά στη φωτιά και έκατσε στο δέρμα της αρκούδας που είχε σκοτώσει μαζί με τους φίλους του στο βουνό. Καφετί και μαύρο. Σαν να γέρασε μου φαίνεται, άσπρισαν τα γένια και τα μαλλιά του. Γρήγορα που πέρασαν τα χρόνια, σαν ένα ποτήρι η ζωή που το πίνουμε μονορούφι. Κι εγώ ακόμα να προσφέρω στην οικογένεια. Μόνο που και που φέρνω καμιά γυναίκα να γνωρίσει την οικογένεια μου. Βοηθάει τη μάνα στις δουλειές, στο μαγείρεμα και στο πλύσιμο των πιάτων. Μετά χωρίζουμε και παίρνει ο καθένας το δρόμο του. Καλύτερα έτσι, ύστερα από τόσο καιρό νοιώθω πως δεν μου έκανε καμιά από αυτές.

Είμαι απίστευτος!