
Ο θεός Ήλιος ξεπρόβαλλε απ’ τα βουνά με το χρυσό άρμα του και τα άσπρα άλογα να το σέρνουν στον ουρανό. Η Ήβη πρόσφερε αμβροσία στους Ολύμπιους, το φόρεμα της ανοιχτό στο πλάι, το ίδιο και ο αριστερός της ώμος έβαζε σε πειρασμό τους άντρες της παρέας. Άστραψε το μάτι του Δία, μα ευθύς η Ήρα τον σκούντηξε με τον αγκώνα της στα πλευρά και του έκανε μια γκριμάτσα. Άρχισαν να πίνουν και να τρώνε το πρωινό τους, χαζεύοντας τις νύμφες της θεάς Άρτεμης που εξασκούνταν στο τόξο. Μια όμορφη και λαμπερή μέρα ξεκινούσε στον Όλυμπο.
Κάτω στα χώματα και τη θάλασσα της Ελλάδας το ανθρωπολόι έπιανε δουλειά. Οι γυναίκες ξεγλιστρούσαν από την αγκαλιά των αντρών τους, και άναβαν τη φωτιά. Ξυπνούσαν τα παιδιά να πάνε στο σχολείο. Εγώ είμαι ήδη ξύπνιος από ώρα, με κλειστά τα μάτια σκέφτομαι τούτη τη μέρα που ξημερώνει. Ακούω πατήματα και ανοίγω τα μάτια μου, βλέπω τη μάνα μου να βάζει νερό στο τσουκάλι. Θεέ μου, τι ευτυχία σκέφτομαι, είναι καλά η μάνα.
Στο όνειρο μου είδα να την σκοτώνει ένας βάρβαρος με γένια μαύρα και μακριά που έσταζαν αίμα, το στόμα του έβγαζε αφρούς και η μύτη του καπνούς. Σπαθί στο χέρι και ψηλός ίσαμε το ταβάνι. Ήτανε λέει, σε ένα σπίτι δίπατο και κοιμότανε στη κρεβατοκάμαρα η μάνα. Μα ξαφνικά ακούστηκαν φωνές και χτύποι. Ο αγριάνθρωπος χτυπούσε την πόρτα να του ανοίξουμε, ήθελε λέει να μας σκοτώσει όλους γιατί τσακώθηκε με το πατέρα. Με μια δυνατή κλωτσιά έριξε κάτω τη πόρτα και μπήκε αφηνιασμένος μέσα. Ανέβηκε τη ξύλινη σκάλα και με λύσσα έμπηξε το σπαθί του στη κοιλιά της. Έσφιξε τα χείλια του και μπούκαρε και στο δωμάτιο των κοριτσιών. Πήρε τα κεφάλια του με δυο κινήσεις και έβγαλε ένα τρανταχτό γέλιο που έκανε το αίμα μου να παγώσει. Εκείνη τη στιγμή ακριβώς πετάχτηκα αλαφιασμένος και περίμενα να ξημερώσει ο Ουρανός τη καινούργια μέρα.
Ξύπνησε και ο πατέρας, πήγε κοντά στη φωτιά και έκατσε στο δέρμα της αρκούδας που είχε σκοτώσει μαζί με τους φίλους του στο βουνό. Καφετί και μαύρο. Σαν να γέρασε μου φαίνεται, άσπρισαν τα γένια και τα μαλλιά του. Γρήγορα που πέρασαν τα χρόνια, σαν ένα ποτήρι η ζωή που το πίνουμε μονορούφι. Κι εγώ ακόμα να προσφέρω στην οικογένεια. Μόνο που και που φέρνω καμιά γυναίκα να γνωρίσει την οικογένεια μου. Βοηθάει τη μάνα στις δουλειές, στο μαγείρεμα και στο πλύσιμο των πιάτων. Μετά χωρίζουμε και παίρνει ο καθένας το δρόμο του. Καλύτερα έτσι, ύστερα από τόσο καιρό νοιώθω πως δεν μου έκανε καμιά από αυτές.
Κάτω στα χώματα και τη θάλασσα της Ελλάδας το ανθρωπολόι έπιανε δουλειά. Οι γυναίκες ξεγλιστρούσαν από την αγκαλιά των αντρών τους, και άναβαν τη φωτιά. Ξυπνούσαν τα παιδιά να πάνε στο σχολείο. Εγώ είμαι ήδη ξύπνιος από ώρα, με κλειστά τα μάτια σκέφτομαι τούτη τη μέρα που ξημερώνει. Ακούω πατήματα και ανοίγω τα μάτια μου, βλέπω τη μάνα μου να βάζει νερό στο τσουκάλι. Θεέ μου, τι ευτυχία σκέφτομαι, είναι καλά η μάνα.
Στο όνειρο μου είδα να την σκοτώνει ένας βάρβαρος με γένια μαύρα και μακριά που έσταζαν αίμα, το στόμα του έβγαζε αφρούς και η μύτη του καπνούς. Σπαθί στο χέρι και ψηλός ίσαμε το ταβάνι. Ήτανε λέει, σε ένα σπίτι δίπατο και κοιμότανε στη κρεβατοκάμαρα η μάνα. Μα ξαφνικά ακούστηκαν φωνές και χτύποι. Ο αγριάνθρωπος χτυπούσε την πόρτα να του ανοίξουμε, ήθελε λέει να μας σκοτώσει όλους γιατί τσακώθηκε με το πατέρα. Με μια δυνατή κλωτσιά έριξε κάτω τη πόρτα και μπήκε αφηνιασμένος μέσα. Ανέβηκε τη ξύλινη σκάλα και με λύσσα έμπηξε το σπαθί του στη κοιλιά της. Έσφιξε τα χείλια του και μπούκαρε και στο δωμάτιο των κοριτσιών. Πήρε τα κεφάλια του με δυο κινήσεις και έβγαλε ένα τρανταχτό γέλιο που έκανε το αίμα μου να παγώσει. Εκείνη τη στιγμή ακριβώς πετάχτηκα αλαφιασμένος και περίμενα να ξημερώσει ο Ουρανός τη καινούργια μέρα.
Ξύπνησε και ο πατέρας, πήγε κοντά στη φωτιά και έκατσε στο δέρμα της αρκούδας που είχε σκοτώσει μαζί με τους φίλους του στο βουνό. Καφετί και μαύρο. Σαν να γέρασε μου φαίνεται, άσπρισαν τα γένια και τα μαλλιά του. Γρήγορα που πέρασαν τα χρόνια, σαν ένα ποτήρι η ζωή που το πίνουμε μονορούφι. Κι εγώ ακόμα να προσφέρω στην οικογένεια. Μόνο που και που φέρνω καμιά γυναίκα να γνωρίσει την οικογένεια μου. Βοηθάει τη μάνα στις δουλειές, στο μαγείρεμα και στο πλύσιμο των πιάτων. Μετά χωρίζουμε και παίρνει ο καθένας το δρόμο του. Καλύτερα έτσι, ύστερα από τόσο καιρό νοιώθω πως δεν μου έκανε καμιά από αυτές.
2 σχόλια:
Ωραίο κείμενο! Δείγμα είναι, ε; Πού είναι το υπόλοιπο;;;;
Marilia σ'ευχαριστώ. :)
Δημοσίευση σχολίου