
Φίλε άγνωστε αναγνώστη εδώ και μερικές μέρες έχω γράψει για τον έρωτα, ή καλύτερα για την πράξη του έρωτα, το διαβάζω και το ξαναδιαβάζω όμως δεν είναι αυτό που θέλω. Είναι πρόστυχο και με πρόστυχες λέξεις, σαν να είναι βγαλμένο από τα μηνιαία πορνοπεριοδικά. Δυστυχώς για μένα, έτσι μου βγήκε.
Τώρα τελευταία διάβαζα «Το όνομα του ρόδου» του Ουμπέρτο Έκο, πιστεύω ότι θα έχετε δει την ταινία με τον Σων Κόνερι . Αν πάλι δεν την έχετε δει προτείνω να την δείτε. Είναι αρκετά κοντά στο βιβλίο αλλά σε καμιά περίπτωση σαν αυτό. Εκεί διάβασα ένα κομμάτι που με ταξίδεψε λίγο πίσω στο χρόνο, ήταν κάτι που είχα νιώσει κι εγώ κάποια στιγμή με αυτό τον τρόπο. Αντί λοιπόν για τη δική μου πορνοιστορία, παραθέτω ένα κομμάτι από το βιβλίο.
Κι αυτή με φιλούσε με τα φιλιά του στόματός της, κι ήταν η αγκάλη της πιο καλή κι απ’ το κρασί, κι η ευωδιά των μύρων της καλύτερη απ’ όλα τ’ αρώματα, κι ήταν όμορφος ο λαιμός της μες στα γιορντάνια και τα μάγουλά της ανάμεσα στα σκουλαρίκια, όμορφη που είσαι, αγαπημένη, όμορφη που είσαι, τα μάτια σου είναι περιστέρια (έλεγα), δείξε μου την όψη σου, κι ας ακούσω τη φωνή σου, γιατί η φωνή σου είναι γλυκιά κι η όψη σου είναι ωραία, μου πήρες την καρδιά, αδελφή μου, μου πήρες την καρδιά με μια ματιά σου, μ’ ένα κρικέλι της τραχηλιάς σου, κερήθρα που στάζει είναι τα χείλη σου, μέλι και γάλα κάτω απ’ τη γλώσσα σου, κι είναι η ανάσα σου σαν το μήλο, τα στήθη σου σαν κρασί που χύνεται ίσια στην αγάπη μου και που γλυστρά στα χείλη και τα δόντια… Πηγή του περιβολιού, νάρδος και κρόκος, μοσχοκάλαμο και κανέλα, σμύρνα και αλόη’ κι εγώ γευόμουν το κερί και το μέλι, ρουφούσα το κρασί και το γάλα, μα ποια ήταν, ποια ήταν αυτή που φάνηκε σαν την αυγή, ωραία σαν τη σελήνη, λαμπερή σαν τον ήλιο, τρομερή σαν στρατιά με λάβαρα;
Ω Κύριε, όταν η ψυχή εκστασιάζεται, η μόνη αρετή που μένει είναι να αγαπάς αυτό που βλέπεις (δεν είναι αλήθεια;), η υπέρτατη ευτυχία να έχεις’ τότε πίνεις τη μακάρια ζωή από τις πηγές της (έτσι δεν είπανε;), τότε γεύεσαι την αληθινή ζωή που θα ζήσεις μετά από τούτη τη θνητή, κοντά στους αγγέλους μες στην αιωνιότητα… Αυτά σκεπτόμουν και μου φαινόταν ότι οι προφητείες επιτέλους επαληθεύτηκαν, ενώ η κόρη με γέμιζε απερίγραπτη γλύκα, κι ήταν σαν το κορμί μου να είχε γίνει όλο ένα μάτι, μπρος και πίσω, και ξαφνικά έβλεπα όλα τα πράγματα γύρω μου. Και κατάλαβα ότι απ’ αυτό που είναι η αγάπη γεννιούνται η ενότητα κι η τρυφερότητα μαζί, και το καλό και το φιλί και τα’ αγκάλιασμα, όπως ήδη είχα ακούσει να λένε, και πίστευα ότι μου μιλούσαν για κάτι άλλο. Και για μία μόνη στιγμή, ενώ η χαρά μου κόντευε να φτάσει στο ζενίθ, θυμήθηκα ότι ίσως δοκίμαζα την κυριαρχία του δαίμονα του μεσημεριού μέσα στη νύχτα, αυτού που είναι καταδικασμένος να δείχνει στο τέλος τη διαβολική του φύση στην ψυχή, που συνεπαρμένη από έκσταση ρωτά «Μα ποιος είσαι;», αυτού που ξέρει να καταλαμβάνει την ψυχή και να ξεγελά το σώμα. Αμέσως όμως πείστηκα ότι διαβολικοί ήταν οι δισταγμοί μου, καθώς τίποτα δεν μπορούσε να είναι πιο σωστό, πιο καλό και πιο ιερό απ’ αυτό που ένιωθα, και η γλύκα του μεγάλωνε από στιγμή σε στιγμή. Σαν μια μικρή σταγόνα νερό που πέφτει στο κρασί και διαλύεται, παίρνοντας το χρώμα και τη γεύση του, σαν το πυρακτωμένο και φλογισμένο σίδερο, που γίνεται όμοιο με τη φωτιά, χάνοντας την αρχική του μορφή, σαν τον αέρα που πλημμυρίζει από το φως του ήλιου και μεταμορφώνεται σε υπέρτατη λάμψη και διαύγεια, ώστε να μη μοιάζει πια ότι φωτίζεται, αλλ’ είναι φως ο ίδιος, έτσι κι εγώ ένιωθα να πεθαίνω λιώνοντας γλυκά, κι η μόνη δύναμη που μου απόμεινε ήταν να ψιθυρίσω τα λόγια του ψαλμού: «Να που το στήθος μου είναι σαν το νέο κρασί, το σφραγισμένο, που σπάει τα νέα ασκιά», κι αμέσως είδα ένα λαμπρότατο φως και μέσα του ένα ζαφειρένιο σχήμα που άναβε με μια γλυκιά και λαμπερή φωτιά, κι αυτό το υπέροχο φως απλώθηκε σ’ όλη τη λαμπερή φωτιά, κι η λαμπερή φωτιά σ’ όλο το αστραφτερό σχήμα, και το λαμπρότατο φως κι η λαμπερή φωτιά σ’ όλο το σχήμα.
Ενώ, λιπόθυμος σχεδόν, έπεφτα πάνω στο κορμί με το οποίο είχα ενωθεί, με μια τελευταία αναλαμπή ζωντάνιας, κατάλαβα ότι η φλόγα ενέχει υπέροχη διαύγεια, μοναδική ζωντάνια και λαμπρό πύρωμα, κατέχει όμως την υπέροχη διαύγεια για να φωτίζει, και το λαμπρό πύρωμα για να καίει. Έπειτα ένιωσα την άβυσσο και τις απώτατες αβύσσους που επικαλείται.
Κατεβάστε κι ακούστε:
Γιάννης Αγγελάκας – Η αγάπη ορμάει μπροστά
Μουσική: Γιάννης Αγγελάκας και οι Επισκέπτες
Στίχοι: Γιάννης Αγγελάκας
Καληνύχτα…
Τώρα τελευταία διάβαζα «Το όνομα του ρόδου» του Ουμπέρτο Έκο, πιστεύω ότι θα έχετε δει την ταινία με τον Σων Κόνερι . Αν πάλι δεν την έχετε δει προτείνω να την δείτε. Είναι αρκετά κοντά στο βιβλίο αλλά σε καμιά περίπτωση σαν αυτό. Εκεί διάβασα ένα κομμάτι που με ταξίδεψε λίγο πίσω στο χρόνο, ήταν κάτι που είχα νιώσει κι εγώ κάποια στιγμή με αυτό τον τρόπο. Αντί λοιπόν για τη δική μου πορνοιστορία, παραθέτω ένα κομμάτι από το βιβλίο.
Κι αυτή με φιλούσε με τα φιλιά του στόματός της, κι ήταν η αγκάλη της πιο καλή κι απ’ το κρασί, κι η ευωδιά των μύρων της καλύτερη απ’ όλα τ’ αρώματα, κι ήταν όμορφος ο λαιμός της μες στα γιορντάνια και τα μάγουλά της ανάμεσα στα σκουλαρίκια, όμορφη που είσαι, αγαπημένη, όμορφη που είσαι, τα μάτια σου είναι περιστέρια (έλεγα), δείξε μου την όψη σου, κι ας ακούσω τη φωνή σου, γιατί η φωνή σου είναι γλυκιά κι η όψη σου είναι ωραία, μου πήρες την καρδιά, αδελφή μου, μου πήρες την καρδιά με μια ματιά σου, μ’ ένα κρικέλι της τραχηλιάς σου, κερήθρα που στάζει είναι τα χείλη σου, μέλι και γάλα κάτω απ’ τη γλώσσα σου, κι είναι η ανάσα σου σαν το μήλο, τα στήθη σου σαν κρασί που χύνεται ίσια στην αγάπη μου και που γλυστρά στα χείλη και τα δόντια… Πηγή του περιβολιού, νάρδος και κρόκος, μοσχοκάλαμο και κανέλα, σμύρνα και αλόη’ κι εγώ γευόμουν το κερί και το μέλι, ρουφούσα το κρασί και το γάλα, μα ποια ήταν, ποια ήταν αυτή που φάνηκε σαν την αυγή, ωραία σαν τη σελήνη, λαμπερή σαν τον ήλιο, τρομερή σαν στρατιά με λάβαρα;
Ω Κύριε, όταν η ψυχή εκστασιάζεται, η μόνη αρετή που μένει είναι να αγαπάς αυτό που βλέπεις (δεν είναι αλήθεια;), η υπέρτατη ευτυχία να έχεις’ τότε πίνεις τη μακάρια ζωή από τις πηγές της (έτσι δεν είπανε;), τότε γεύεσαι την αληθινή ζωή που θα ζήσεις μετά από τούτη τη θνητή, κοντά στους αγγέλους μες στην αιωνιότητα… Αυτά σκεπτόμουν και μου φαινόταν ότι οι προφητείες επιτέλους επαληθεύτηκαν, ενώ η κόρη με γέμιζε απερίγραπτη γλύκα, κι ήταν σαν το κορμί μου να είχε γίνει όλο ένα μάτι, μπρος και πίσω, και ξαφνικά έβλεπα όλα τα πράγματα γύρω μου. Και κατάλαβα ότι απ’ αυτό που είναι η αγάπη γεννιούνται η ενότητα κι η τρυφερότητα μαζί, και το καλό και το φιλί και τα’ αγκάλιασμα, όπως ήδη είχα ακούσει να λένε, και πίστευα ότι μου μιλούσαν για κάτι άλλο. Και για μία μόνη στιγμή, ενώ η χαρά μου κόντευε να φτάσει στο ζενίθ, θυμήθηκα ότι ίσως δοκίμαζα την κυριαρχία του δαίμονα του μεσημεριού μέσα στη νύχτα, αυτού που είναι καταδικασμένος να δείχνει στο τέλος τη διαβολική του φύση στην ψυχή, που συνεπαρμένη από έκσταση ρωτά «Μα ποιος είσαι;», αυτού που ξέρει να καταλαμβάνει την ψυχή και να ξεγελά το σώμα. Αμέσως όμως πείστηκα ότι διαβολικοί ήταν οι δισταγμοί μου, καθώς τίποτα δεν μπορούσε να είναι πιο σωστό, πιο καλό και πιο ιερό απ’ αυτό που ένιωθα, και η γλύκα του μεγάλωνε από στιγμή σε στιγμή. Σαν μια μικρή σταγόνα νερό που πέφτει στο κρασί και διαλύεται, παίρνοντας το χρώμα και τη γεύση του, σαν το πυρακτωμένο και φλογισμένο σίδερο, που γίνεται όμοιο με τη φωτιά, χάνοντας την αρχική του μορφή, σαν τον αέρα που πλημμυρίζει από το φως του ήλιου και μεταμορφώνεται σε υπέρτατη λάμψη και διαύγεια, ώστε να μη μοιάζει πια ότι φωτίζεται, αλλ’ είναι φως ο ίδιος, έτσι κι εγώ ένιωθα να πεθαίνω λιώνοντας γλυκά, κι η μόνη δύναμη που μου απόμεινε ήταν να ψιθυρίσω τα λόγια του ψαλμού: «Να που το στήθος μου είναι σαν το νέο κρασί, το σφραγισμένο, που σπάει τα νέα ασκιά», κι αμέσως είδα ένα λαμπρότατο φως και μέσα του ένα ζαφειρένιο σχήμα που άναβε με μια γλυκιά και λαμπερή φωτιά, κι αυτό το υπέροχο φως απλώθηκε σ’ όλη τη λαμπερή φωτιά, κι η λαμπερή φωτιά σ’ όλο το αστραφτερό σχήμα, και το λαμπρότατο φως κι η λαμπερή φωτιά σ’ όλο το σχήμα.
Ενώ, λιπόθυμος σχεδόν, έπεφτα πάνω στο κορμί με το οποίο είχα ενωθεί, με μια τελευταία αναλαμπή ζωντάνιας, κατάλαβα ότι η φλόγα ενέχει υπέροχη διαύγεια, μοναδική ζωντάνια και λαμπρό πύρωμα, κατέχει όμως την υπέροχη διαύγεια για να φωτίζει, και το λαμπρό πύρωμα για να καίει. Έπειτα ένιωσα την άβυσσο και τις απώτατες αβύσσους που επικαλείται.
Κατεβάστε κι ακούστε:
Γιάννης Αγγελάκας – Η αγάπη ορμάει μπροστά
Μουσική: Γιάννης Αγγελάκας και οι Επισκέπτες
Στίχοι: Γιάννης Αγγελάκας
Καληνύχτα…
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου