
Ανοίγω τα μάτια μου, μα ακόμα είναι σκοτάδι. Εκκωφαντική μουσική ντάμπα ντούμπα στα αυτιά μου. Σιγά σιγά διακρίνω κάποιες σκιές δίπλα μου. Είμαστε καμιά δεκαριά άτομα σε ένα δωμάτιο, καθισμένοι κάτω, με τα κεφάλια ανάμεσα στα γόνατα. Σηκώνω το κεφάλι μου και αντιλαμβάνομαι ότι υπάρχουν κι άλλοι μέσα στο δωμάτιο, όρθιοι που πηγαινοέρχονται.
Νοιώθω το κεφάλι μου κενό, σαν απέραντο λιβάδι που από πάνω του υπάρχει ένα σύννεφο. Ζαλίζομαι γλυκά.
Στέκομαι όρθιος και αρχίζω να ψάχνω την παρέα μου με το βλέμμα. Πουθενά κανείς. Άγνωστες φάτσες που κουνιούνται στο ρυθμό της μουσικής εκστασιασμένοι. Κατεβαίνω τις σκάλες που υπάρχουν έξω από το δωμάτιο, προσέχοντας να μην πατήσω κάποιον από αυτούς που είναι καθισμένοι δεξιά κι αριστερά. Βλέπω τον dj μπροστά σε έναν υπολογιστή, ακίνητος με τα μάτια γουρλωμένα κι ένα παγωμένο χαμόγελο. Είμαι πάνω στη σκηνή ενώ από κάτω είναι γύρω στα εκατό άτομα που χορεύουν με τον ίδιο ρυθμό, με τις ίδιες κινήσεις, μου θυμίζουν ζόμπι από ταινίες τρόμου. Ο χαμηλός φωτισμός με εμποδίζει να βρω τη παρέα μου.
Ξαφνικά ένας άγνωστος με βλαμμένο βλέμμα και ξυρισμένο κεφάλι μου δίνει ένα τσιγάρο.
- Πάρε φίλε, πιες, μου λέει και φεύγει.
Νοιώθω τυχερός και με χαρά παίρνω το μισό τσιγάρο και το καπνίζω, ενώ το πρόσωπό μου παίρνει μια μορφή σαν να βρίσκομαι σε νιρβάνα. Τουλάχιστον έτσι νοιώθω. Αρχίζω ξανά το ψάξιμο τρεκλίζοντας, αλλά δε με νοιάζει. Θα πάω να βρω τα παιδιά σκέφτομαι και συνεχίζω.
Λίγο παρακάτω, στο μπαρ κάτι παιδιά «τη σπάνε» με μια τηλεκάρτα. Είναι γύρω της χαρούμενοι λες και πρόκειται για κάτι διασκεδαστικό, σαν τα παιδιά που περιμένουν από τη μάνα τους να τους φτιάξει φέτες με ψωμί, μέλι και βιτάμ. Δε μπορώ να καταλάβω αν είναι πρέζα ή κόκα. Πλησιάζω πιο κοντά και με απερίγραπτη χαρά διαπιστώνω ότι είναι η παρέα μου.
-Που ‘στε ρε μαλάκες; Τους λέω σχεδόν με παράπονο.
- Έλα ρε, θα πιούμε freebase!
Πρώτη φορά το άκουγα, μου άρεσε και το όνομά του.
- Πως πίνεται; Ρώτησα με παιδική περιέργεια.
- Μυτιά ή κατευθείαν στο αίμα..
- Α, εγώ δεν κάνω μαλακίες, μόνο μυτιά..
- Ό,τι θες αγόρι μου! Μου λέει ο ψηλός που έφτιαχνε το κοκτέιλ.
Ήταν κιόλας έτοιμο. Περίμενα με αγωνία την σειρά μου, όπως όταν έχω μπροστά μου μια πάστα σοκολάτα και για να δείξω ότι έχω τρόπους περιμένω να αρχίσουν πρώτα οι άλλοι.
Ήταν πάνω σε μια τηλεκάρτα, δεν ξεχώριζα καλά το χρώμα, πήρα από τον διπλανό μου ένα τυλιγμένο πεντάευρο σε σχήμα καλαμάκι. Έκλεισα το ένα μου ρουθούνι και με το άλλο ρούφηξα δυνατά και σταθερά όλη την διαδρομή της γραμμής που είχα μπροστά μου. Το έδωσα δίπλα σαν να κάναμε κάποια ιεροτελεστία. Ένα έντονο και οξύ πόνο ένοιωσα δίπλα στο μάτι μου, δίπλα από τη βάση της μύτης. Μα γρήγορα πέρασε. Το ένοιωθα να γαργαλάει το μυαλό μου. Ένοιωθα το σώμα μου να χαλαρώνει. Ξεκινούσε από τα άκρα κι ερχόταν αργά μπρος το στήθος και την πλάτη μου. Χαμογέλασα ηλίθια.
Σήκωσα τα μάτια μου στο videowall, έδειχνε έναν αετό να κάθεται πάνω σε ένα κλαρί. Όχι κανονικό αετό, κομπιουτερίστικο, γεννημένος όχι από ένα αυγό, αλλά από την οθόνη ενός υπολογιστή. Ο αετός σηκώθηκε μεγαλόπρεπα από το κλαρί και πέταξε αργά προς τα εμπρός. Ένοιωθα ότι ήμουν στη ράχη του, ενώ από κάτω ήταν αχανής έρημος. Έβλεπα τα φτερά του απλωμένα όλο χάρη, κι εγώ πάνω του να σκίζουμε τον αέρα. Μα για κακή μου τύχη κάποιος με έσπρωξε καθώς χόρευε έναν χορό που μου θύμισε τον χορό της βροχής των ινδιάνων. Προσγειώθηκα ξανά στη παρέα.
Τι θα κάνουμε τώρα ρε μαλάκες είπε ο ψηλός, που ποτέ δεν θυμάμαι να ήταν μαστουρωμένος. Όλο στην πρίζα κι έτοιμος για δράση.
-Μαγκίτες, έχω μια ιδέα. Δίπλα στο σπίτι μου είναι μια μηχανή, και ο γείτονας έχει πάει διακοπές με την κοπέλα του. Τι λέτε; Πάμε; Την πουλάμε αμέσως, παίρνουμε το χρήμα και πάμε για «ψώνια». Απλά πράματα και καθαρά! Και μας έδειξε τις παλάμες του. Θεέ μου κάτι μακριά δάχτυλα! Λεπτά και μακριά δάχτυλα. Γι ‘αυτό έστριβε τόσο μεγάλα τσιγάρα!
-Λοιπόν πάμε; Ξαναείπε.
- Πάμε είπε κάποιος, αλλά να την κάνουμε βόλτα πρώτα!
- Ε ναι, ρε, είπε ο ψηλός. Άντε πάμε.
Πάμε…πάμε να κλέψουμε. Πάμε μετά να πιούμε. Κι αφού ήπιαμε με μύτη, ας δοκιμάσουμε απευθείας στη φλέβα. Με προσοχή πάντα, όχι σαν τους άλλους του μαλάκες του πρεζάκηδες. Εμείς είμαστε έξυπνοι, περνάμε καλά αλλά παράλληλα προσέχουμε. Ε μα βέβαια..
Κατεβάστε κι ακούστε:
Θανάσης Παπακωνσταντίνου - Όταν Χαράζει
Μουσική, Στίχοι: Θανάσης Παπακωνσταντίνου
Τραγούδι: Γιάννης Αγγελάκας
Νοιώθω το κεφάλι μου κενό, σαν απέραντο λιβάδι που από πάνω του υπάρχει ένα σύννεφο. Ζαλίζομαι γλυκά.
Στέκομαι όρθιος και αρχίζω να ψάχνω την παρέα μου με το βλέμμα. Πουθενά κανείς. Άγνωστες φάτσες που κουνιούνται στο ρυθμό της μουσικής εκστασιασμένοι. Κατεβαίνω τις σκάλες που υπάρχουν έξω από το δωμάτιο, προσέχοντας να μην πατήσω κάποιον από αυτούς που είναι καθισμένοι δεξιά κι αριστερά. Βλέπω τον dj μπροστά σε έναν υπολογιστή, ακίνητος με τα μάτια γουρλωμένα κι ένα παγωμένο χαμόγελο. Είμαι πάνω στη σκηνή ενώ από κάτω είναι γύρω στα εκατό άτομα που χορεύουν με τον ίδιο ρυθμό, με τις ίδιες κινήσεις, μου θυμίζουν ζόμπι από ταινίες τρόμου. Ο χαμηλός φωτισμός με εμποδίζει να βρω τη παρέα μου.
Ξαφνικά ένας άγνωστος με βλαμμένο βλέμμα και ξυρισμένο κεφάλι μου δίνει ένα τσιγάρο.
- Πάρε φίλε, πιες, μου λέει και φεύγει.
Νοιώθω τυχερός και με χαρά παίρνω το μισό τσιγάρο και το καπνίζω, ενώ το πρόσωπό μου παίρνει μια μορφή σαν να βρίσκομαι σε νιρβάνα. Τουλάχιστον έτσι νοιώθω. Αρχίζω ξανά το ψάξιμο τρεκλίζοντας, αλλά δε με νοιάζει. Θα πάω να βρω τα παιδιά σκέφτομαι και συνεχίζω.
Λίγο παρακάτω, στο μπαρ κάτι παιδιά «τη σπάνε» με μια τηλεκάρτα. Είναι γύρω της χαρούμενοι λες και πρόκειται για κάτι διασκεδαστικό, σαν τα παιδιά που περιμένουν από τη μάνα τους να τους φτιάξει φέτες με ψωμί, μέλι και βιτάμ. Δε μπορώ να καταλάβω αν είναι πρέζα ή κόκα. Πλησιάζω πιο κοντά και με απερίγραπτη χαρά διαπιστώνω ότι είναι η παρέα μου.
-Που ‘στε ρε μαλάκες; Τους λέω σχεδόν με παράπονο.
- Έλα ρε, θα πιούμε freebase!
Πρώτη φορά το άκουγα, μου άρεσε και το όνομά του.
- Πως πίνεται; Ρώτησα με παιδική περιέργεια.
- Μυτιά ή κατευθείαν στο αίμα..
- Α, εγώ δεν κάνω μαλακίες, μόνο μυτιά..
- Ό,τι θες αγόρι μου! Μου λέει ο ψηλός που έφτιαχνε το κοκτέιλ.
Ήταν κιόλας έτοιμο. Περίμενα με αγωνία την σειρά μου, όπως όταν έχω μπροστά μου μια πάστα σοκολάτα και για να δείξω ότι έχω τρόπους περιμένω να αρχίσουν πρώτα οι άλλοι.
Ήταν πάνω σε μια τηλεκάρτα, δεν ξεχώριζα καλά το χρώμα, πήρα από τον διπλανό μου ένα τυλιγμένο πεντάευρο σε σχήμα καλαμάκι. Έκλεισα το ένα μου ρουθούνι και με το άλλο ρούφηξα δυνατά και σταθερά όλη την διαδρομή της γραμμής που είχα μπροστά μου. Το έδωσα δίπλα σαν να κάναμε κάποια ιεροτελεστία. Ένα έντονο και οξύ πόνο ένοιωσα δίπλα στο μάτι μου, δίπλα από τη βάση της μύτης. Μα γρήγορα πέρασε. Το ένοιωθα να γαργαλάει το μυαλό μου. Ένοιωθα το σώμα μου να χαλαρώνει. Ξεκινούσε από τα άκρα κι ερχόταν αργά μπρος το στήθος και την πλάτη μου. Χαμογέλασα ηλίθια.
Σήκωσα τα μάτια μου στο videowall, έδειχνε έναν αετό να κάθεται πάνω σε ένα κλαρί. Όχι κανονικό αετό, κομπιουτερίστικο, γεννημένος όχι από ένα αυγό, αλλά από την οθόνη ενός υπολογιστή. Ο αετός σηκώθηκε μεγαλόπρεπα από το κλαρί και πέταξε αργά προς τα εμπρός. Ένοιωθα ότι ήμουν στη ράχη του, ενώ από κάτω ήταν αχανής έρημος. Έβλεπα τα φτερά του απλωμένα όλο χάρη, κι εγώ πάνω του να σκίζουμε τον αέρα. Μα για κακή μου τύχη κάποιος με έσπρωξε καθώς χόρευε έναν χορό που μου θύμισε τον χορό της βροχής των ινδιάνων. Προσγειώθηκα ξανά στη παρέα.
Τι θα κάνουμε τώρα ρε μαλάκες είπε ο ψηλός, που ποτέ δεν θυμάμαι να ήταν μαστουρωμένος. Όλο στην πρίζα κι έτοιμος για δράση.
-Μαγκίτες, έχω μια ιδέα. Δίπλα στο σπίτι μου είναι μια μηχανή, και ο γείτονας έχει πάει διακοπές με την κοπέλα του. Τι λέτε; Πάμε; Την πουλάμε αμέσως, παίρνουμε το χρήμα και πάμε για «ψώνια». Απλά πράματα και καθαρά! Και μας έδειξε τις παλάμες του. Θεέ μου κάτι μακριά δάχτυλα! Λεπτά και μακριά δάχτυλα. Γι ‘αυτό έστριβε τόσο μεγάλα τσιγάρα!
-Λοιπόν πάμε; Ξαναείπε.
- Πάμε είπε κάποιος, αλλά να την κάνουμε βόλτα πρώτα!
- Ε ναι, ρε, είπε ο ψηλός. Άντε πάμε.
Πάμε…πάμε να κλέψουμε. Πάμε μετά να πιούμε. Κι αφού ήπιαμε με μύτη, ας δοκιμάσουμε απευθείας στη φλέβα. Με προσοχή πάντα, όχι σαν τους άλλους του μαλάκες του πρεζάκηδες. Εμείς είμαστε έξυπνοι, περνάμε καλά αλλά παράλληλα προσέχουμε. Ε μα βέβαια..
Κατεβάστε κι ακούστε:
Θανάσης Παπακωνσταντίνου - Όταν Χαράζει
Μουσική, Στίχοι: Θανάσης Παπακωνσταντίνου
Τραγούδι: Γιάννης Αγγελάκας
8 σχόλια:
Πολύ ωραίο κείμενο, πράγματι. Και η προτεινόμενη μουσική υπέροχη.
Κύριε Δείμο σας ευχαριστώ πολύ.
Τα σέβη μου
Σπύρος
Αν δεν αφήσεις τα κεριά στην άκρη, δεν ξαναπατάω. ΑΚΟΥΣΟΥΣΟΥΣΟΥΣ;;;; Ακούς εκεί κύριε. Ρε ούτε μαθητή μου δεν θα σε είχα με την ηλικία που έχεις κι έχω. Άσε που έναν αριστερό ποτέ δεν τον αποκαλούμε κύριε.
:) Συγνώμη εεε.. Καλά τώρα κόλλήσα. Καλά που κάνετε διακοπές και ανακάλυψα τα άρθρα για τα ναρκωτικά που είχατε γράψει. Αυτά που γράφω εδώ μέσα δεν είναι ψέμματα, αλλά ούε και εντελώς αλήθεια.
Τα σέβη μου, κι ας είστε κι αριστερός! :)
Σπυρέτο, τώρα ησύχασα! Αφήνω πίσω μου ένα γνήσιο πνευματικό μου τέκνο!
Εγώ φεύγω για Άγιο Όρος, να σνιφάρω ... λιβάνια!
Άντε... και στο επανιδείν!
Να πας στο καλό και εύχομαι να βρεις την ηρεμία που όπως φαίνεται ψάχνεις. Καλό ταξίδί! Τα λέμε στην επιστροφή!
Ωραίο κείμενο Σπύρο! Θα διαβάσω κι άλλα δικά σου.
@NIEMANDSROSE ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια. Είσαι πολύ ευγενικός/η :)
Δημοσίευση σχολίου